Ο Νομός Καστοριάς κατοικήθηκε από τους Νεολιθικούς χρόνους (ευρήματα Λιμναίου Οικισμού Δισπηλιού).

Στους Προχριστιανικούς χρόνους, στην τοποθεσία όπου βρίσκεται η σημερινή Καστοριά, υπήρχε η πόλις Κέλετρον. Η πόλη αυτή κτίσθηκε, κατά την παράδοση, από Αιολείς αποίκους και υπήρξε πρωτεύουσα των Ορεστών Βασιλέων. 
Καταλήφθηκε το 200 π.Χ. από τους Ρωμαίους.

Στους Ρωμαϊκούς χρόνους, κέντρο της περιοχής ήταν η πόλη Διοκλητιανούπολη, που ήταν κτισμένη στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα το Άργος Ορεστικό.

Στα Βυζαντινά χρόνια, η πόλη της Καστοριάς οχυρώνεται (Ιουστινιάνεια τείχη), για να αντιμετωπίσει τους εχθρούς.

Κατά διαστήματα, η Καστοριά καταλήφθηκε από τους Βούλγαρους, τους Νορμανδούς, τους Φράγκους, τους Σέρβους και το 1385 από τους Τούρκους.

Τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, η Καστοριά διακρίθηκε σαν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Ελληνισμού και αποτέλεσε αφετηρία για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον τουρκικό ζυγό. Μεταξύ των ηρώων που έδρασαν ήταν ο Καπετάν Κώττας, ο Παύλος Μελάς (Μακεδονομάχος-θρύλος που σκοτώθηκε στο χωριό Στάτιστα, το οποίο προς τιμήν του μετονομάστηκε σε Μελάς) και ο Μητροπολίτης Γ. Καραβαγγέλης.

Η Καστοριά απελευθερώθηκε από τους Τούρκους στις 11 Νοεμβρίου του 1912.
Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, η περιοχή βρίσκεται στο προσκήνιο των Εθνικών Αγώνων. Καταλαμβάνεται από τους Γερμανούς και ελευθερώνεται στα τέλη του 1944.

Στην περιοχή της Καστοριάς γράφηκαν και οι τελευταίες σελίδες του Εμφυλίου πολέμου της Ελλάδας (1944-1949).

Προϊστορία

Τα ασβεστολιθικά πετρώματα των ορεινών όγκων της Ορεστιάδος παρουσιάζουν τις γεωλογικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία εσωτερικών κοιλοτήτων από τις διαβρώσεις των υπογείων υδάτων. Στις περιοχές που γειτονεύουν τα βραχοβούνια του Καστοριανού υψιπέδου με τις όχθες της λίμνης έχει εντοπιστεί ένας αριθμός σπηλαίων. Σε ορισμένα, τα καστρικά φαινόμενα (Καστρικά φαινόμενα: φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα σε ασβεστολιθικές περιοχές, όπου επικρατεί η χημική διάβρωση στους ασβεστόλιθους.) χάρισαν ένα φαντασμαγορικό, πολύχρωμο, σταλακτικό και σταλαγμικό σκηνικό διάκοσμο με υπόγειες λίμνες.

ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ

Σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από την Καστοριά, στη βόρεια πλευρά της χερσονήσου, κοντά στο παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου, της Μονής Παναγίας Μαυριώτισσας, διαπιστώθηκε για πρώτη φορά το 1954 η ύπαρξη εισόδου (η είσοδος έχει διανοιχτεί και διαμορφωθεί. Κοντά στην είσοδο υπάρχουν ελάχιστα λείψανα ασκηταριού με ένα σταυρό λαξευμένο στους βράχους) του σπηλαίου του Δράκου σε απόσταση 15μ. Από τον παραλίμνιο περιφερειακό δρόμο.

Το σπήλαιο είναι διανοιγμένο μεταξύ στρωμάτων Μεσο-Ανωτέρου Λιασικού Ασβεστόλιθου της Πελαγονικής ζώνης. Μετά από εξερεύνηση αποκαλύφθηκε ότι στο εσωτερικό υπάρχουν επτά υπόγειες λίμνες με ποικίλες διαστάσεις και βάθη. Η μεγαλύτερη έχει βάθος 20μ. και πλάτος 5 μ. Υπάρχουν ακόμη δέκα αίθουσες διαφόρων διατάσεων και μορφών και πέντε διάδρομοι «σηράγγων».

Η μέση θερμοκρασία του σπηλαίου είναι 16-18 βαθμούς Κελσίου και η υγρασία 85-90%. η θερμοκρασία των νερών στις εσωτερικές λίμνες είναι 14 βαθμούς Κελσίου, όταν η λίμνη της Καστοριάς έχει υπό σκιάν21 βαθμούς Κελσίου. Αποτελεί ένα από τα θεαματικότερα σπήλαια της Ελλάδας και οφείλει μάλιστα την ονομασία του σε κάποιο θρύλο.

ΑΛΛΑ ΣΠΗΛΑΙΑ

Στο ύψωμα του Αγίου Αθανασίου, όπως αναφέρει ο κ. Ν. Μουτσόπουλος υπάρχουν και άλλες σπηλιές. Η σπηλιά του Αγίου Νικολάου, βρίσκεται αριστερά του ομώνυμου παρεκκλησίου, στις όχθες της λίμνης.

Το πηγάδι της μονής Παναγίας Μαυριώτισσας, δίπλα στο δρόμο, αποτελεί την είσοδο μιας υπόγειας γαλαρίας με σταλάγματα. Επίσης, η «Γκολομπίντσα τρύπα» βρίσκεται σε απόσταση 200μ. από τη μονή της Μαυριώτισσας με ευρύχωρη είσοδο στην όχθη της λίμνης. Έχει  αριθμό από διαδρόμους και μικρές αίθουσες. Η θερμοκρασία του εσωτερικού είναι 14 βαθμούς Κελσίου και των νερών 14.5 βαθμούς Κελσίου.

Η «τρύπα του Παταράγκου» εντοπίζεται σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από την πόλη και σε ύψος 100μ. από την επιφάνεια της λίμνης, με συνολικό μήκος 35μ. Έχει διαδρόμους και αίθουσες με σταλακτίτες και κίονες.

Τέλος, η «Γαλεότρυπα»βρίσκεται 50 μέτρα ψηλότερα από την επιφάνεια της λίμνης, πιο χαμηλά από την «τρύπα του Παταράγκου».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

Σπήλαια

ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΕΙΣ

 Το σπήλαιο στο παρελθόν προσπάθησαν να εξερευνήσουν οι Γ. Ιατρού, επικεφαλής εξαμελούς ομάδας στις 10/7/1954, ο Σουηδός K. Lindberg επικεφαλής ομάδα νέων Καστοριάς στις 15-16/3/1954, ο Μπρούσαλης υπεύθυνος πενταμελούς ομάδας. Η πρώτη οργανωμένη εξερεύνηση και χαρτογράφηση του σπηλαίου έγινε το 1963-65 από το ΤΖ. Ζερβουδάκη υπεύθυνου κλιμακίου μελών της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.

Το 1966 νέα έρευνα έγινε με επικεφαλής τον Κ. Παλληκαρόπουλο και συμμετοχή του Ζερβουδάκη.

Τον Οκτώβριο του 1967 με πρόσκληση του σωματείου Φίλοι Βυζαντινών Μνημείων και Αρχαιοτήτων Καστοριάς έγινε νέα εξερεύνηση με επικεφαλής τον ίδιο.

Το 1969 ολοκληρώθηκε η εξερεύνηση του σπηλαίου και συντάχθηκε από τον Κ. Παλληκαρόπουλο μελέτη τουριστικής αξιοποίησης του σπηλαίου.

Το 1996 κατατέθηκε στο Δήμο Καστοριάς νέα μελέτη τουριστικής αξιοποίησης.

ΘΡΥΛΟΣ

 Σύμφωνα με την παράδοση, η σπηλιά ήταν χρυσωρυχείο που το φύλαγε άγρυπνα ένας δράκος. Ο πρώτος όμως βασιλιάς της χώρας,Ο Κάστορας, θέλοντας να διασκεδάσει τον φιλοξενούμενο αδερφό του Πολυδεύκη και τον πεθερό του Κέλι, ιερέα του Πανός, τους αποκάλυψε το σπήλαιο.

Ο βασιλιάς υποσχέθηκε τα δώρα σε αυτόν που θα σκότωνε το δράκοντα. Πράγματι, παρουσιάστηκε ένας νέος που πάλεψε μαζί του.

Κάθε φορά που χτυπούσε το δράκοντα με το κοντάρι, έτρεμαν οι γύρω βράχοι και αναταράζονταν τα νερά της λίμνης. Το τέρας έπεσε τελικά νεκρό. Όλοι πανηγύρισαν το γεγονός και με αναμμένους δαυλούς προχώρησαν στη σπηλιά. Το βάθος εκτείνονταν σε χιλιόμετρα και η ατμόσφαιρα γινόταν ολοένα και πιο πνιγερή.

Σε ένα μέρος που η σήραγγα στενεύει, έσβησαν οι δαυλοί και ακούστηκε μια απόκοσμη φωνή να λέει : « εκείνος που θα σκύψει να πάρει μια χούφτα λάσπης, θα μετανιώσει. Αλλά και εκείνος που δε θα πάρει, πάλι θα μετανιώσει». Οι πιο θαρραλέοι έσκυψαν και πήραν λάσπη, ενώ άλλοι φοβήθηκαν. Όταν βγήκαν έξω, εκείνοι που κρατούσαν στα χέρια τους τη λάσπη, διαπίστωσαν με έκπληξη πως κρατούσαν υγρή χρυσόσκονη.

Αυτή η διήγηση διασώζει έναν θρύλο, σύμφωνα με τον οποίο αποκρύπτονταν οι μυστικές θέσεις και η κατεργασία χρυσοφόρων φλεβών στη γειτονική περιοχή της Καστοριάς, των οποίων θέσεων βασικός τους άξονας ήταν ο Αλιάκμονας.

Προϊστορικός Οικισμός Δισπηλιού

Γύρω από τη λίμνη της Καστοριάς και πάνω σε αυτή υπήρχε οργανωμένη ζωή από τη νεολιθική εποχή [επτά χιλιάδες χρόνια πριν από εμάς]. Η βεβαιότητα προέρχεται από τα ευρήματα των ανασκαφικών ερευνών του πασσαλόκτιστου λιμναίου οικισμού στο Δισπηλίο, παραλίμνιο χωριό σε απόσταση 4 χιλιομέτρων από την Καστοριά, στην εθνική οδό Καστοριάς- Κοζάνης. Για τους λιμναίους οικισμούς πρώτος μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος [V, 16, 2].

Ο λιμναίος οικισμός του Δισπηλιού είναι γνωστός από το 1932, όταν ο καθηγητής Αντώνης Κεραμόπουλος, ο οποίος είχε επισκεφθεί την περοχή κατέγραψε τις πρώτες παρατηρήσεις του.

Το 1938 και το 1940 ο ίδιος ερευνητής είχε επιχειρήσει ανασκαφικές έρευνες, οι οποίες συνεχίστηκαν το 1965 από τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο. Συστηματική έρευνα ωστόσο άρχισε από το 1992 και γίνεται από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με επικεφαλή τον καθηγητή της προϊστορικής αρχαιολογίας κ. Γιώργου Χουρμουζιάδη.

Τα ευρήματα των ανασκαφικών ερευνών του λιμναίου οικισμού του Δισπηλιού,ο οποίος φαίνεται ότι έδρασε ως κεντρικός οικισμός στα πλαίσια των διαβαλκανικών μετακινήσεων, χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες : α) Ευρήματα κινητά {εργαλεία και σκεύη}, β) Ευρήματα αρχιτεκτονικά {πασσαλότρυπες και άλλα δομικά υλικά} και γ) Ευρήματα περιβαλλοντολογικά {καρποί, κόκαλα και άλλα παρόμοια μικροευεήματα}.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ- ΚΕΙΜΕΝΑ

Λιμναίος οικισμός είναι η ανθρώπινη εγκατάσταση μέσα ή κοντά σε μια λίμνη.

Ηροδότου V , 16, 2 : επειρήθη δε και τους εν τη λίμνη [… Πρασιάδι] κατοικημένους εξαιρέειν ωδε ικρια επι σταυρων υψηλών εζευγμένα εν μέση έστηκε τη λίμνη, έσοδον εκ τηςηπείρου στείνην έχοντα μιη γέφυρη. Τους δε σταυρούς τους υπεστεωταςτοισι ικριοισι το μεν κου αρχαίον έστησαν κονό νομα εστί Όρβηλος κατά γυναίκα εκάστην ο γαμέων τρεις σταυρους υπίστησι αγεται δε έκαστος συχνας γυναίκας οικεουσι δε τοιούτων τρόπων, κρατέων έκαστος επί πάντες οι πολιηται, μετά δε νόμω ρεωμένοι ίστασι τοιώδε.

Απολιθωμένο δάσος Νοστίμου

 Το Απολιθωμένο Δάσος Νοστίμου που το 1961 ανακάλυψε ομάδα Γερμανών επιστημόνων αποτελείται κυρίως από τροπικά και υποτροπικά φυτά, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην ιστορική εξέλιξη των φυτών του παρελθόντος, όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα.

Το Απολιθωμένο Δάσος βρίσκεται μέσα σε θαλάσσια ιζήματα. Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Βελιτζέλο το Δάσος βρίσκεται μέσα σε δελταικές προσχώσεις της προϊστορικής θάλασσας τα κύματα της οποίας έβρεχαν την ευρύτερη περιοχή Καστοριάς. Το Απολιθωμένο Δάσος Νοστίμου αποτελεί ένα από τα πιο αξιόλογα ευρήματα του ευρωπαϊκού χώρου. Υπάρχει μεγάλος αριθμός κορμών, μήκους 5 έως 10 μέτρων και διαμέτρου 40 έως 80 εκατοστών. Κάτω από ευνοϊκές συνθήκες απολιθώθηκε και η φυτική ύλη έγινε πέτρα, ηλικίας περίπου 15-20 εκατομμυρίων χρόνων.

Είναι σίγουρο ότι θα αποκαλυφθούν και ζωικά απολιθώματα της ίδιας ηλικίας που θα αυξήσουν την επιστημονική σημασία των ανασκαφικών ερευνών.

Η αισιοδοξία της ερευνητικής ομάδας του Πανεπιστημίου Αθηνών, επικεφαλής της οποίας είναι ο καθηγητής κ. Βελιτζέλος, έγκειται στο μεγάλο αριθμό απολιθωμένων κορμών που βρίσκονται διάσπαρτοι στην περιοχή, καθώς επίσης και σε αρκετούς άλλους που βρίσκονται στα ιζήματα, οι οποίοι θα πρέπει να αποκαλυφθούν μέσω ειδικών συστηματικών ανασκαφών. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η λίαν καλή διατήρηση των απολιθωμένων κορμών, που δίνει τη δυνατότητα προσδιορισμού των γενών ή των ειδών τους.