Ιστορία – Πολιτισμός της Καστοριάς

Βυζαντινοί Χρόνοι

Ιουστινιανός – Ιουστινιανούπολη

Σύμφωνα με την περιγραφή του Προκόπιου ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκτισε οχυρότατη πόλη στη χερσόνησο- σε θέση οχυρή από τη φύση της άλλωστε, όπου είχε κτισθεί το αρχαίο Κέλετρο- την οποία ενίσχυσε με ισχυρότατο τείχος.

Το κείμενο του Προκόπιου προκάλεσε πολλές συζητήσεις ανάμεσα στους ερευνητές, κυρίως γύρω από τη θέση της Διοκλητιαν-ούπολης και την ταύτιση της με το αρχαίο Κέλετρο, και λιγότερο γύρω από το όνομα που έδωσε ο Ιουστινιανός στην πόλη που έκτισε.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

Προκόπιος, <<Περί κτισμάτων>>, IV, , 15-25: <<ο [Ιουστινιανός] οχυρωτάτην πόλιν εδείματο εν τη νήσω>>.

Τμήματα του Ιουστινιάνειου τείχους διασώζονται σήμερα στη βόρεια παραλία, κοντά στο Δημαρχείο της πόλης, στη νότια παραλία, κοντά στο 4ο Δημοτικό Σχολείο και τη Νομαρχία και στο κέντρο της πόλης στην περιοχή της Ομόνοιας.Για τη μορφή που είχε το τείχος ανάμεσα στα άλλα δες: Β. Δημητριάδη.

Η κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, Θεσσαλονίκη 1938 και Ν. Μουτσόπουλου, Καστοριά…

Επιστημονική Επετηρίς της Πολυτεχνικής σχολής, Τμήμα αρχιτεκτόνων, τ. 6, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 257-432.

Ορισμένοι ερευνητές θεώρησαν ότι ο Ιουστινιανός έδωσε το όνομά του στην πόλη και την ονόμασε Ιουστινιανούπολη, η οποία αργότερα ονομάστηκε Καστοριά. Άλλοι ταύτισαν την πόλη με την Διοκλητιανούπολη, η οποία κατά την άποψή τους κτίστηκε πάνω στο Κέλετρο.

Όμως η ταύτιση της Διοκλητιανούπολης με το Κέλετρο και την Καστοριά δεν τεκμηριώνεται από τις πηγές. Από την περιγραφή του Προκόπιου ανάγεται ότι η Διοκλητιανούπολη ήταν μια πόλη κοντά στην Καστοριά:

<<λίμνη δε τις εκ γειτόνων τυγχάνει ούσα (της Διοκλητιανουπόλεως), η Καστορία ωνόμασται>>, ερημωμένη από τις επιδρομές των βαρβάρων, σε θέση <<πεδινή και ευέφοδη>> και από την άποψη αυτή ταυτίζεται με την πόλη που ανασκάπτεται στο Αρμενοχώρι, όπως αποδέχονται πλέον σήμερα όλοι οι ερευνητές.

Διοκλητιανούπολη

Κατά συνέπεια η ιστορία της πόλης ως Κέλετρο- Διοκλητιανούπολη – Ιουστινιανούπολη- Καστοριά δεν τεκμηριώνεται. Αντίθετα, είναι αποδεκτό ότι η Καστοριά κτίστηκε πάνω στο αρχαίο Κέλετρο, πόλη, που καταστράφηκε κατά τις βαρβαρικές επιδρομές του 4ου και 5ου μ.Χ. αι. (Ν. Μουτσόπουλος ό.π. (1974).

Σε ότι αφορά στο όνομα της πόλης η συνάφεια του κειμένου του Προκόπιου επιτρέπει να ερμηνευθεί ότι το «ως εικός», φράση που προκάλεσε τη διαφωνία, υποδηλώνει ότι ο Ιουστινιανός άφησε στην πόλη το όνομα της λίμνης, δηλαδή Καστοριά.

Η Διοκλητιανούπολη μνημονεύεται από το Συνέκδημο του Ιεροκλέους [αρ. 642], κείμενο που συντάχθηκε κατά τον 6ομ.Χ. αι., ως η 12η από τις 17 πόλεις της Θεσσαλίας, όπως ονομάζονταν τότε η Μακεδονία και από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο στο «Περί Θεμάτων»Lbr.ll, 23 ως η 21 πόλη της επαρχίας Μακεδονίας, η οποία ανήκε στο 2ο Θέμα.

Για τα τείχη της Καστοριάς δες

Τσαμίση Π., Η Καστοριά και τα μνημεία της σελ 16-18, Μπακάλη Ι., Τουριστικός οδηγός Καστοριάς, Καστοριά 1951, σελ 37-40, Μουτσοπούλου Ν., Η Καστοριά…Επιστημονική επετηρίς… (1974) σελ. 418-432, Β. Δημητριάδη, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τονΕ. Τσελεμπή, εκδ. ΕΜΣ Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 165, Ορλάνδου Α., Τα βυζαντινά μνημεία της Καστοριάς, Αρχείο βυζαντινών μνημείων Ελλάδος, τ. Δ΄.1938, 4-6

6ος – 10ος μ.Χ αιώνας

Για τη χρονική περίοδο από τον 6ο ως το 10ο μ.Χ. αι. η Καστοριά δεν μνημονεύεται από ιστορικούς ή χρονογράφους.

Υπάρχουν ωστόσο σποραδικά στοιχεία, που επιβεβαιώνουν τη συνέχιση της ζωής της πόλης.

Ως τέτοια στοιχεία αναφέρονται

Α) Η εντοιχισμένη πλάκα στο Κουρσούμ τζαμί, το οποίο κτίστηκε πάνω σε παλαιοχριστινιανικό ναό της Αγ. Παρασκευής.

Β) Το παλαιοχριστιανικό κιονόκρανο στην εκκλησία του Ταξιάρχη Μητροπόλεως.

Γ) Η σε 12σύλλαβο μέτρο επιγραφή σε τοιχογραφία του Αγίου Νικολάου,

Δ) Η αναφορά του Κεδρηνού ότι η αυτοκράτειρα Ειρήνη,σύζυγος του Λέοντα Δ’ ,το 780 μ.Χ, επειδή φοβόταν τις εναντίον της δραστηριότητες του γιου της, του Κωνσταντίνου ΣΤ’, ο οποίος τότε ήταν 11 χρονών, εξόρισε τους οπαδούς του-ανάμεσά τους και το Θεόδωρο Καμουλιανό-στην Καστοριά. Ήδη από τον 9ο μ.Χ. αι. υπάρχουν πληροφορίες για καλλιτεχνική ζωή και οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες συνεχίστηκαν και κατά τους επόμενους αιώνες.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

Κεδρηνός ΙΙ, 24: «Η δε (Ειρήνη) τουτο μαθουσα παρά του Σταυρακίου, τους μεν ανθρώπους αυτού πάντας τύψασα εξωρισεν, τον δε μάγιστρονκαι Θεόδωρον πατρίκιον τον Καμουλιανόν και ετέρους των εν τέλει εξώρισεν εν Καιστορία». Η πληροφορία αυτή είχε σταθεί αιτία, ώστε να θεωρηθεί η Καστοριά ως τόπος εξορίας των βυζαντινών.

ε) Η περιγραφή της φυγής της Αγίας Θεοδώρας για την Καστοριά σε σωζόμενη βιογραφία, όπου μνημονεύεται ότι η Αγίααπό φόβο μιας πειρατικής επιδρομής πήγε με τους γονείς της στην Καστοριά, επιβεβαιώνουν τη συνέχιση της ζωής στην πόλη. (Δ. Ξυνάλατος. Οι Έλληνες και οι Βούλγαροι στη Μακεδονία και τη Θράκη, Αθήνα 1944).

10ος μ. Χ. αιώνας  – Οι συγκρούσεις μς τους Βούλγαρους

Στη μακραίωνη ιστορία της η πόλη γνώρισε πολλούς κατακτητές, οι οποίοι την κράτησαν στην εξουσία τους για μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα.

Έτσι, κατά το 10ο αι.μ. Χ. οι Βούλγαροι με τον τσάρο Πέτρο (927-969 μ.Χ. )κατέλαβαν την Καστοριά, από την οποία όμως διώχθηκαν το 948 μ.Χ. από τους Πετσενέγκους, τους οποίους υποστήριξαν οι βυζαντινοί.

Το 990 μ.Χ. ο τσάρος Σαμούηλ κατά την προέλασή του στον ελλαδικό χώρο κατέλαβε την πόλη, η οποία έμεινε κάτω από την κυριαρχία των βουλγάρων μέχρι το 1018,οπότε και ελευθερώθηκε από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β’ (Βουλγαροκτόνο).

Από το 1018-1083 η πόλη παρέμεινε στο βυζαντινό κράτος. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) οι Βούλγαροι βρήκαν την ευκαιρία και για σύντομο χρονικό διάστημα κατέλαβαν και πάλι την πόλη με τον τσάρο Ιβάν Β’. Σε σύντομο χρόνο όμως η πόλη ανακαταλήφθηκε από το δεσπότη της Ηπείρου.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

Δεν είναι βέβαιο ότι η Καστοριά καταστράφηκε το 918 μ. Χ. από το βούλγαρο τσάρο Συμεών. Η επιδρομή αυτή περιγράφεται στο «Στρατηγικό»του Κεκαυμένου.

Ο Βασίλειος Β’ επισκέφτηκε την πόλη και ενίσχυσε τα τείχη της, αφού διόρισε φρούραρχο τον αρμένιο Γρηγόριο Τορωνίτη (Σκυλίτσης, Κεδρηνός, 474,17)

11ος μ. Χ αιώνας – Κατάληψη από τους Νορμανδούς

Το 1088 μ.Χ η Καστοριά καταλήφθηκε από τους Νορμανδούς του Βουημούνδου, γιου του Ροβέρτου Γυισκάρδου, ο οποίος είχε καταλάβει και το Δυρράχιο, μετά τη νίκη του επί του Αλεξίου Α’ Κομνηνού, και αποτέλεσε ορμητήριο τους για τις κατακτήσεις τους στην Ελλάδα.

Οι Νορμανδοί όμως δεν έμειναν στην πόλη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στρατιωτικές αποτυχίες τους σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, η κακή μισθοδοσία του στρατού και η αναχώρηση του Βουημούνδου στην Ιταλία επέτρεψαν στον αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ Κομνηνό να ανακαταλάβει την πόλη.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ – ΚΕΙΜΕΝΑ

Ο Βοημούνδος με ορμητήριο την Καστοριά κατέλαβε κατέλαβε τη Λάρισα. Ο στρατός του όμως, ο οποίος δεν είχε μισθοδοτηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, εξεγέρθηκε και απαίτησε τους μισθούς του.

Γι’ αυτό ο Βοημούνδος αποφάσισε να μεταβεί στην Ιταλία, αφήνοντας στη θέση του τον Κοντοσταύλο Απουλία και Καλαβρία Βρυένιο.

Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός μαθαίνοντας την αναχώρηση του Βουημούνδου αποφάσισε να διώξει του Νορμανδούς από την Ελλάδα και να ανακαταλάβει την πόλη.

«Το οπλικόν αυθις ανεκαλείτο και όπλοις απαντα περιφράξει προς τειχομαχίαν και τας κατά τους έξωθεν πολέμου συμπλοκάς προς Καστορίας φερούσης είχεν».

Η αντίσταση των Νορμανδών και η οχυρότητα της πόλης ανάγκασαν τον Αλέξιο να αναζητήσει άλλους τρόπους κατάληψης της, πέρα από τις πολιορκητικές μηχανές. Έτσι, μετέφερε με μικρά πλοιάρια και αποβίβασε στρατιώτες στην περιοχή της Μαυριώτισσας.

Κυκλωμένοι οι Νορμανδοί «Εξητουντο του αυτοκράτορος μιαν μεν σημαίαν προς του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου το τέμενος στηναι» (Άννα Κομνηνή VI σελ. 271 εκδ. Βόννης).

Μετά την κατάληψη της πόλης ο Βρυένιος, όντας γενναίος, δεν ήθελε να προσέλθει στο βασιλιά, ο οποίος και τον άφησε να αναχωρήσει, όπου αυτός ήθελε, αφού ορκίστηκε ότι δεν θα πολεμούσε ξανά εναντίον των βυζαντινών.

«Αυτός δε ωχετο προς το βυζάντιον νικητής επιφανέστατος». Η ανακατάληψη της πόλης από τον Αλέξιο Α’ Κομνηνό περιγράφεται με λεπτομέρειες από την Αννα Κομνηνή στο ιστορικό της έργο «Αλεξιάς», στο οποίο περιγράφει την ιστορία του Α Αλέξιου Κομνηνού κατά την περίοδο από το 1069-1118 μ.Χ. (Αννα Κομννή VI, 223-233 και Ζωναράς Vol. IV, Lib.XVCIII C.XII.6,238)

13ος μ.Χ αιώνας

13ος μ.Χ. αι. – Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1204 μ.Χ.)

Τα χρόνια που ακολούθησαν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204 μ.Χ.) η Καστοιά υπήρξε τόπος σκληρών συγκρούσεων των στρατευμάτων του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, των κρατών που προέκυψαν από το διαμελισμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Το 1251 μ. Χ ο αυτοκράτορας επισκέφτηκε την πόλη. Δυο χρόνια όμως αργότερα ο δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ Β’ ανακατέλαβε την πόλη, για να την χάσει και πάλι σε σύντομο χρόνο από τον αντίπαλό του.

Μετά το θάνατο του Ιωάννη Δούκα Βατάζη (1254), ο δεσπότης της Ηπείρου επανάκτησε την πόλη, την οποία και κράτησε μέχρι το 1259, όταν ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος έστειλε εναντίον του το σεβαστοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, ο οποίος και ανέκτησε την περιοχή και την πόλη (μάχη της Πελαγονίας).

Από το 1261 η Καστοριά ανήκε και πάλι στην ανασυγκροτημένη από το Μιχάλη Η’ Παλαιολόγο βυζαντινή αυτοκρατορία.

ΚΕΙΜΕΝΑ

Ακροπολίτης Γ. annales 49, σελ. 98, εκδ. Βόννης.

Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας βρίσκονταν στη Βέροια, όταν τον επισκέφτηκαν απροσδόκητα ο Γκλάβάς,διοικητής του Μιχαήλ Β’, του δεσπότη της Ηπείρου, στην Καστοριά και στη συνέχεια ο «τακοινά διέπων» της πόλς Πετραλείφας,οι οποίοι του παρέδωσαν την Καστοριά.

«Ουτωσί δε διατεθειμένου του βασιλέως παρ’ελπίδας επιφοιτά τω βασιλεί πρόσφυξ από Καστοριάς Γκλαβάς, και συνεχώς ο Πετραλείφας…ος τα κοινά διέπων ην τω βασιλεί Ιωάννη…Ευθύς γαρ η Καστορία και η περί αυτήν άπασαχώρα προσερρύη τω βασιλει…». Εφραίμ, στ. 348 και 8695. δες: Τσαμίση Π. Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήναι 1949, σελ. 24.

Για τη μάχη της Πελαγονίας περισσότερα δες

Ροχόντζης Φρ., Η αναβίωση του ελληνισμού και η παρακμή της φραγκοκρατίας. Η μάχη της Καστοριάς (1259 μ.Χ.), Μακεδονικά τ.22ος, σελ.340-355. στην πραγματικότητα δεν έγινε μάχη.

Η νίκη των βυζαντινών εναντίον του δεσπότη της Ηπείρου οφείλονταν σε δόλιο στρατήγημα από αυτά που χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά (αναχώρηση του Μιχαήλ Β΄ και διάλυση του στρατού του ) οι βυζαντινού. (Εφραίμ, στ. 9378).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *