Οταν μιλούμε για την Καστοριά, συνειρμικά μας έρχονται στο νου τρεις κυρίως συμβολικοί δείκτες που χαρακτηρίζουν την ταυτότητά της: τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία της, η βιοτεχνία των γουναρικών και το πανέμορφο φυσικό περιβάλλον της λίμνης. Οι πόλεις δημιουργήθηκαν με κάποια συγκεκριμένα κριτήρια και το νερό έπαιξε πάντοτε αποφασιστικό ρόλο στην εκλογή του χώρου ίδρυσής τους.

Εξακόσια μέτρα ψηλότερα από την επιφάνεια της Θάλασσας βρίσκεται η πανέμορφη λίμνη της Καστοριάς και λίγα μέτρα Πάνω Τα καστοριανά σπίτια. Η λίμνη δεν σφράγισε μόνο την ιστορική πορεία της πόλης, αλλά ταυτίστηκε με την ίδια την ύπαρξή της. Λίμνη και πόλη, μάνα και κόρη, όπως τις αποκαλεί ο Γεράσιμος Καψάλης, «αλληλοκοιτάζονται νύχτα και μέρα, με το χαμόγελο και οι δυο στο στόμα».

Ο επισκέπτης-τουρίστας «Θα θαμβωθεί από μίαν εξαιρετικής ομορφιάς εικόνα και θα θαυμάσει μία σπάνια φυσική καλλονή, την οποία δεν θα έχει δει μέχρι της επισκέψεώς του εις την Καστοριά. Και την εικόνα αυτή θα βλέπει εντονότερα, πλουσιότερα και πάντοτε υπέροχον εφόσον Θα πλησιάζει προς την πόλη της Καστοριάς, ήτις δικαίως εξυμνείται για όλα της τα χαρίσματα. Θα αντικρίσει το υπέροχο θέαμα της Καστοριανής λίμνης, μέσα από την οποία αναδύεται, ως περικαλλής νύμφη, η πόλη Καστοριά».
Η πόλη της Καστοριάς με πληθυσμό 15710 κατοίκους είναι η πρωτεύουσα του αντίστοιχου νομού και βρίσκεται στο κέντρο του. Ο νομός Καστοριάς έχει πληθυσμό 52685 κατοίκους και έκταση 1685 Km². Η πόλη είναι χτισμένη στο λαιμό της ορεινής χερσονήσου που εισχωρεί προς το κέντρο της λίμνης Ορεστιάδος σαν σφύρα (χάρτης προσανατολισμού 1:300.000). Το βουνό που υπάρχει στην χερσόνησο ονομάζεται Κορίτσα και έχει υψόμετρο 890 m.

Η λίμνη της Καστοριάς βρίσκεται στην ΒΔ περιοχή της Μακεδονίας (Γ. Πλάτος 40º 31΄, Γ. Μήκος 21º 18΄), είναι ευτροφική και διμικτική, έχει μέσο βάθος νερού 4,4μ. και μέγιστο βάθος 8,5μ., με χρόνο παραμονής του νερού 2,2 έτη και συχνότητα ανανεώσεως 0,4 ανά έτος. Έχει επιφάνεια 30 Km² και μέσο απόλυτο υψόμετρο στάθμης 625,9μ.. Η λεκάνη απορροής της έχει επιφάνεια 304 Km², ενώ ο όγκος της λίμνης είναι περίπου 120.000.000m³.

Η περιοχή της λίμνης διαθέτει εκτός από μεγάλη φυσική ομορφιά και μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά. Στη λεκάνη απορροής της λίμνης βρίσκονται μερικές κοινότητες (Δισπηλιό , Μαυροχώρι, Πολυκάρπη, Τοιχιό, Μεταμόρφωση), γεωργικές εκμεταλλεύσεις (12000στρ. δενδρωδών καλλιεργειών και 16000στρ. σιτηρών) , κτηνοτροφικές μονάδες και λίγες βιοτεχνίες.

Επίσης η λίμνη περιβάλλεται από βουνά και διακλαδώσεις ορεινών συγκροτημάτων. Προς βορρά εκτείνεται το βουνό Χελώνη (843m) , μέρος του ορεινού συγκροτήματος του Βέρνου (2123m), προς ΝΑ η Κορησσός (1186m), η Τσούκα (1170m), ο Πύργος (1176m), και διάφοροι λόφοι. Προς δυσμάς το συγκρότημα της Βίγλας (1099m) και η Σαμαρίνα (2271m), προς ανατολάς τα βουνά Ουχί (1230m), Καϊνάκη (1137m) καθώς και άλλα μικρότερα βουνά.

Τα κυριότερα ποτάμια ή χείμαρροι που εισέρχονται στη λίμνη είναι: α. Ο Ξηροπόταμος ή Σταραρέκα, που σχηματίζει δελκταϊκή απόθεση στην περιοχή Λιτσίστα, (με τάση να επεκτείνεται η ξηρά σε βάρος της λίμνης), με χειμερινή παροχή που κυμαίνεται από 0,2-1,5 m³/sec, ενώ το καλοκαίρι η εισροή προς τη λίμνη πολλές φορές σταματά, επειδή το νερό χρησιμοποιείται για άρδευση σε περιοχές μακριά από την εκβολή, β. Η Σιούτιστα, γ. Ο χείμαρρος που έρχεται από το χωριό Βυσσινιά μέσω του χωριού Τοιχιό, δ. Ρυάκια που εισρέουν στη λίμνη είναι η Ντόπλιτσα, Μπουσμπουνάρι, Μύλοι, Πέτρας, Δισπηλιού, Κρεπενής, Πολυκάρπης και Μεταμόρφωσης.

Η λίμνη της Καστοριάς έχει φυσική εκροή μέσω ενός αυλακιού στη θέση Γκιόλι (μεταξύ Δισπηλιού και Μαυροχωρίου). Η εκροή των νερών και η στάθμη της λίμνης ρυθμίζονται (μηχανικά ρυθμιζόμενο φράγμα) με τη βοήθεια τριών θυρών. Άντληση των νερών της λίμνης γίνεται κυρίως από το κοινοτικό αντλιοστάσιο της Μεταμόρφωσης καθώς και από μικρότερα ιδιωτικά αντλιοστάσια.

Η φυσική λεκάνη της λίμνης, οποία περικλείεται από βουνά εξαίρετης γεωμορφολογίας, αποτελεί έναν μοναδικό υδροβιότοπο. Είναι ένας υγρότοπος μεγάλης σημασίας για τα υδρόβια αλλά και για τα αρπαχτικά πουλιά και χρησιμεύει ως περιοχή αναπαραγωγής, διατροφής και διαχείμασης. Συντηρεί πλούσια ορνιθοπανίδα που περιλαμβάνει σπάνια και απειλούμενα είδη.

Τύποι οικοτόπων:

Ευτροφική φυσικοί λίμνη με βλάστηση τύπου Magnopotamion ή Hydrocharition, Μεσογειακοί λειμώνες με υψηλές πόες και βούρλα (Molinio – Holoschoenion), δάση-στοές με Salix alba και Populus alba.

Η σύσταση του πυθμένα της λίμνης Καστοριάς, καθώς και το έδαφος των παρόχθιων είναι πηλοαμμώδους σύστασης. Η σύσταση αυτή του εδάφους, μαζί με το μικρό βάθος λίμνης, ευνοούν την ύπαρξη άφθονης υδρόβιας βλάστησης.

Η βλάστηση της λίμνης μοιάζει πολύ με αυτή της λίμνης Μικρή Πρέσπα. Έχει και αυτή ζωνώδη μορφή περιβάλλουσα τη λίμνη, εκτός από μερικά σημεία στο δυτικό κυρίως μέρος , όπου το έδαφος είναι βραχώδες με ακτές απόκρημνες και έτσι η παρουσία της είναι αραιή. Στα σημεία αυτά υπάρχουν στην παράκτια ζώνη δένδρα από τα οποία επικρατεί το Platanus oriental-is L.. Η ζώνωση στη λίμνη της Καστοριάς διαφέρει από αυτήν της Μικρής Πρέσπας στο ότι εδώ η ζώνωση δεν Φθάνει το πλάτος των ολίγων εκατοντάδων μέτρων αλλά των ολίγων δεκάδων.

Τα ψάρια με εμπορική σημασία που αλιεύονται στη λίμνη της Καστοριάς είναι, ο Κύπρινος ή Σαζάνι ή Τσουκάνι (Cyprinus carpio L.), το Περκί (Perka fluviatius L.), η Πλατίκα ή Τσιρώνι (Rutilus rutilus dojanensis Karaman), το Γλήνι(Tinca tinca L.), ο Γουλιανός (Silurue glanis L.), η Τούρνα (Esox luaius L.), ο Κέφαλος (Leuaiscua-aephalus vardarensis Karaman), το Χέλι (Anguilla anguilla L.) και η Πεταλούδα (Carassius carassius).

Εκτός όμως από αυτά αναφέρεται ότι σε σημαντικές ποσότητες αλιεύεται το είδος Scardinius erythroaephalue L. (κοκκινοφτέρα ή πλατίτσα ή αγριοτσιρώνι), που όμως οι ντόπιοι ψαράδες δεν το αναφέρουν και ίσως το συγχέουν με την πλατίκα ή το τσουκάνι.

Επίσης σε περιοχές της λίμνης Καστοριάς, που η υδρόβια βλάστηση έχει πλούσια ανάπτυξη, εξασφαλίζεται πλούσιο υπόστρωμα για τα μαλάκια, τα καρκινοειδή, τις βδέλλες, τα αραχνοειδή, τα λεπιδόπτερα και τους σπόγγους, ενώ για τις νύμφες των διπτέρων εντόμων οι συνθήκες είναι μάλλον δυσμενείς, όπως έχει αποδειχθεί σε άλλες λίμνες.

Η πτηνοπανίδα της περιοχής Καστοριάς είναι σημαντική και αναφέρεται ότι έχει μεγάλη ποικιλία, από πάπιες της επιφάνειας και του βυθού.

Αναπαραγόμενα είδη της περιοχής αναφέρονται κυρίως τα : Μικροτσικνιάς (Ixobrychus minutus) , ο Νυχτοκόρακας (Nyctucorax nycticorax), ο Πορφυροτσικνιάς (Ardea purpurea), ο Σταχτοτσικνιάς (Ardea cinerea), ο Πελαργός (Ciconia ciconia), η Βαλτόπαπια (Aythya nyroca) (μία από τις σημαντικότερες για το είδος, περιοχές στην Ελλάδα), ο φιδαετός (Circaetus gallicus), ο Χρυσαετός (Aquila chrysaetos), το Ποταμόγλαρο (Sterna hirundo), η Αλκυόνη (Alcedo atthis), η Αιοστριτσίδα (Hippolais olivetorum), η Σκουφοβουτήχτρα, ο Λευκοτσικνιάς, ο Κρυπτοτσικνιάς, ο Βουβόκυκνος και η Χουλιαρόπαπια.

Τακτικά εμφανίζονται ο Ροδοπελεκάνος (Pelecanus onocrotalus) και ο Αργυροπελεκάνος (Pelecanus crispus) ενώ μεταξύ των ειδών που ξεχειμωνιάζουν είναι ο Κορμοράνος (Phalacrocorax carbo sinensis) και ο Θαλασσαετός (Haliaetus albicilla), ενώ από τα διερχόμενα τα: Πρασινοκεφαλόπαπια, Σταχτάχηνα, Κιρκίρι, Φλυαρόπαπια, Κυνηγόπαπια, Τσιχλοποταμίδα, Καστανοκεφαλόγλαρος, Ασημόγλαρος κ.α.
Τα ερπετά της περιοχής αν και προστατευτέα είναι αρκετά κοινά στην Ελλάδα. Τα ερπετά που απαντούν στις όχθες της λίμνης είναι κυρίως: Βίδρα (Lutra lutra), Σκαντζόχοιρος (Erinaceus concolor), Αλεπού (Vulpes vulpes), Νυφίτσα (Mustela nivalis) και Κουνάβι (Martesfoina).