Ιστορία της Καστοριάς – Τουρκοκρατία

ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 15ου αιώνα

Οι Έλληνες, οι Τούρκοι και οι Εβραίοι

Στις αρχές του 15ου αι. έφθασαν στην Καστοριά οι πρώτες ομάδες Τούρκων πολεμιστών εποίκων. Οι πρώτες αυτές ομάδες εγκαταστάθηκαν μέσα στην περιτειχισμένη πόλη, αναγκάζοντας τους χριστιανούς να φύγουν νοτιοανατολικά έξω από τα τείχη, (σημερινή περιοχή του Ντολτσό), όπου έκτισαν τις νέες τους κατοικίες.

Στην πόλη, εκτός από τους Έλληνες και τους Τούρκους ζούσαν και Εβραίοι, οι οποίοι έφτασαν στην Καστοριά κυνηγημένοι από διάφορα σημεία της Ευρώπης. Οι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή γύρω από την Ομόνοια, αμέσως μετά τα ανατολικά τείχη, αγοράζοντας, οικόπεδα από τους Έλληνες.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ -ΚΕΙΜΕΝΑ

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή, τούρκος περιηγητής, ο οποίος επισκέφτηκε την πόλη του 1661, αναφέρει την περιοχή έξω από την πόλη με την ονομασία Βαρόσι= Νέα πόλη. Η λέξη θεωρείται ότι προέρχεται από τα ουγγρικά (Varos) και σημαίνει προάστιο.

Την ίδια ονομασία παίρνει αργότερα και μία μικρήσυνοικία έξω από τα τείχη του λαιμού, όπου εγκαταστάθηκαν τουρκόγυφτοι. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το χρόνο άφιξης των Εβραίων στην Καστοριά.

Ο Θ. Φ. Παπακωνσταντίνου και ο Ι. Μπακάλης υποστηρίζουν ότι ήρθαν το 12ο αι., ο Π. Τσαμίσης το 13ο και ο Π. Τσολάκης το 15ο αι. Πάντως, οι Εβραίοι εγκαταστάθηκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία με άδεια του κράτους και μάλιστα με εγγυήσεις, και δε θεωρούνταν υπήκοοι, αλλά επισκέπτες. Δες: Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας (1969) σελ. 132.

Στα μέσα του 15ου αι. η Καστοριά Kesriye είχε 940 χριστιανικές οικογένειες,22 μουσουλμανικές και 93 εβραϊκές (Μ.Sokolski, Τσολάκης Π. Η οικιστική εξέλιξη της Καστοριάς στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, σελ. 11).

Οι οικογένεις των Τούρκων από την πρώτη αυτή αραιή εγκατάσταση ως το 1924 δεν υπερέβησαν τις 450 συμπεριλαμβανομένων και των 35 οικογενειών των τουρκόγυφτων, που εγκαταστάθηκαν έξω από τον Ισθμό. (Δες: Τσαμίσης Π, Η Καστοριά και τα μνημεία της σελ. 174-175).

Τα πρώτα χρόνια

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ – ΟΙ ΚΑΣΤΟΡΙΑΝΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΟΥΝ

Λίγες είναι οι πληροφορίες για τη ζωή στην πόλη κατά τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας. Οι δύσκολες συνθήκες που επέβαλε ο κατακτητής ανάγκασαν πολλούς κατοίκους να μετακινηθούν για τις δουλειές τους σε πιο ασφαλή μέρη, κυρίως στο Μοναστήρι.

Αργότερα πολλοί καστοριανοί εκπατρίστηκαν στη Βιέννη, στη Βουδαπέστη, στη Λειψία, στο Παρίσι και αλλού. Ανάμεσα στους κυβερνήτες ή επιστάτες της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης αναφέρονται από το 1746 πολλοί καστοριανοί, οι οποίοι διέθεσαν σημαντικά ποσά στο ναό του Αγίου Γεωργίου και ε κάθε περίπτωση δε λησμόνησαν την πατρίδα τους υπερηφανευόμενοι μάλιστα ιδιαίτερα γι’ αυτήν.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

Ανάμεσά τους είναι οι: Μανώλης Ιωάννου (Μπατρίνος), Αναστάσιος Θωμάς, Στέργιος Δούμπος κ.α. (Σύνολο 19 πρόσφεραν χρηματικά ποσά για την εκκλησία και το σχολείο. Η αγάπη για την πατρίδα τους φαίνεται και σε επιτύμβιες επιγραφές που σώθηκαν στη Βουδαπέστη (Δες: Τσαμίσης Π., Η Καστοριά και τα μνημεία της, σελ. 34-36)

Αντίσταση κατά των Τούρκων

Στη διάρκεια της μακρόχρονης τουρκικής κατάκτησης οι καστοριανοί διακρίθηκαν για το πνεύμα αντίστασής τους στον κατακτητή, όπως προκύπτει από πληροφορίες που παρέχουν οι κώδικες της Ι. Μητρήπολης Καστοριάς.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρεται ο νεομάρτυρας Ιάκωβος. Στους κώδικες της Μητρόπολης αναγράφεται ο απαγχονισμός του Ντουλτσού και των συγγενών του.

Τρεις καστοριανοί, οι αδελφοί Εμμανουήλ και ο Γ. Θεοχάρης ήταν συνεργάτες του Ρήγα. Οι αδελφοί Εμμανουήλ συνελήφθησαν και μαρτύρησαν με το Ρήγα και τους συνεργάτες του το 1798.

Άλλοι καστοριανοί, όπως ο Ι. Βαρβαρέσκος συμμετείχαν στην ελληνική επανάσταση.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ- ΚΕΙΜΕΝΑ

Ο νεομάρτυρας Ιάκωβος, μαζί με δύο μαθητές του, το μοναχό Διονύσιο και ο διάκονο Ιάκωβο απαγχονίστηκε την 1ηΝοεμβρίου 1520, ύστερα από διαταγή του σουλτάνου Σελήμ Α’.

Τα λείψανά του, όπως και των συμμαρτύρων του, που σώζονταν στην εκκλησία της Αγίας Αναστασίας στη Θεσσαλονίκη, μεταφέρθηκαν πριν λίγα χρόνια στην Καστοριά. Δες : Δ. Σάθα, Μεσαιωνική βιβλιοθήκη, ΙΙΙ, σελ.605 και Τσαμίση Π., ό.π. σελ.29.

Από τους κώδικες της Ι. Μητρόπολης (αρ. 2753) μαθαίνουμε ότι «εις τους 1696 Απριλίου 21 εκρέμασαν τον Νουλτσον συν τω αδελφω και γαμβρω αυτού». Δες: Τσαμίσης Π., σελ.29-36.

Ο Παναγιώτης Εμμανουήλ, υπάλληλος του Ευστρατίου Αργέντη, μεγάλου εμπόρου στη Βιέννη κατείχε την 3η θέση στον κατάλογο των συνεργατών του Ρήγα και ο Ιωάννης Εμμανουήλ, φοιτητής ιατρικής, την 4η θέση.

Την 11η θέση στον κατάλογο κατείχε ο Γεώργιος Θεοχάρης. Οι αδελφοί Εμμανουήλ συνελήφθησαν και μαρτύρησαν με το Ρήγα και τους συνεργάτες του το 1798. Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι πνίγηκαν στο Δούναβη.

Σε γράμμα όμως του συνταγματάρχη Scherz στις 17 Ιουνίου του 1798 αναφέρεται καθαρά ότι ο καϊμακάμης του Βελιγραδίου είχε διατάξει το στραγγαλισμό τους. Ο Γ. Θεοχάρης, ως αυστριακό υπήκοος ελευθερώθηκε. Δες: Αμάντου Κ. Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα, 1930 σελ.81, Legrand,

Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα, μτφρ. Σπ. Λάμπρου, 1891, σελ.9, Καραθανάση Αθ., Μια ελληνική μαρτυρία από τη Βιέννη για τις συλλήψεις των συνεργατών του Ρήγα, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ 18 (1979), 93-101.

Ο Ι. Βαρβαρέσκος συμμετείχε στην επανάσταση της Νάουσας με το Ζαφειράκη και σκοτώθηκε μαχόμενος. Στα μητρώα των αγωνιστών του 1821 αναγράφοντας με αριθμούς Α41 ο Καρίτσης Αναστάσιος και Α74 ο Παναγιώτου Δήμος ως ήρωες προερχόμενοι από την Καστοριά (Γ. Χιονίδη, Οι εις τα μητρώα των αγωνιστών του ’21 αναγραφόμενοι μακεδόνες, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ 12 (1972), σελ. 34-65).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Για τους κώδικες της Ι. Μητρόπολης Καστοριάς που βρίσκονται στη Ε.Β.Ε. από το 1913, οπότε παρελήφθησαν εκ μέρους της Εθνικής βιβλιοθήκης, οι οποίοι είναι πολυτιμότατοι για την ιστορία της πόλης, (ανάμεσά τους και οι γνωστοί κώδικες με αριθμούς2751,52,53,54,55)

Για άλλα πολύτιμα έγγραφα-πηγές δείτε ανάμεσα στα άλλα: Κ. Λοβέρδου-Τσιγαρίδα, Τα παλαιά ελληνικά βιβλία στις εκκλησίες της Καστοριάς, Μακεδονικά 20 (1980),σελ. 237-282, Βαφείδη Κ., Κώδιξ της Ι. Μητροπόλεως Καστοριάς και τινά εκκλησιαστικά βιβλία αποκείμενα εν τισι των εκκλησιών αυτής, περ. Εκκλησιαστική Αλήθεια, 20 (1990), Γκολομπία Γ. Τα σημειώματα των εκκλησιαστικών βιβλίων της Καστοριάς, Μακεδονικά τομ. 25ος-26ος. Ορλάνδου Α., Τα βυζαντινά μνημεία της Καστοριάς, Αρχείο βυζαντινών μνημείων Ελλάδας, 4, 1938.

Τούρκικη Διοίκηση

Η διοίκηση της πόλης βρίσκονταν στα χέρια σπαχήδων. Από το 1822 και μέχρι τα μέσα του αιώνα η Καστοριά είχε τούρκο τοπάρχη (καϊμακάμη). Γύρω στα 1852 η έδρα του καϊμακάμη μεταφέρθηκε στην Κορυτσά.

Στην Καστοριά έμεινε ένας Μουδίρης. Η μεταφορά της έδρας συνοδεύτηκε από διαμαρτυρίες των κατοίκων του Άργους Ορεστικού. Μετά το 1875 ανασυστάθηκε η έδρα του καϊμακάμη στην πόλη.

Η Καστοριά αποτελούσε έναν από τους οκτώ καζάδες που σχημάτιζαν το σαντζάκι της Κορυτσάς, ένα από τα τρία σαντζάκια που αποτελούσαν το πασαλίκι του Μοναστηρίου. Μεγάλη πολιτική και κοινωνική δύναμη είχαν οι Τούρκοι μπέηδες που κατοικούσαν στην πόλη από το 1750.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή δεν αναφέρει ύπαρξη σπαχήδων στην Καστοριά, αλλά φρούραρχο με 50 στρατιώτες. (Δες: Β. Δημητριάδη, Η κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατάτο Εβλιγιά Τσελεμπή, έκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 36 και 165).

Οι σπαχήδες ήταν τιμαριούχοι οπλοφόροι Τούρκοι ιππείς, στους οποίους παραχωρούνταν μεγάλες εκτάσεις γης, από τις οποίες νέμονταν ισόβια τους φόρους (τη δεκάτη των δημοσίων γαιών, αλλά και άλλους φόρους, τους οποίους αύξαναν κατά το δοκούν) και συντηρούσαν με δικά τους έξοδα ορισμένο αριθμό στρατιωτών. (Τσαμίσης Π., ό.π. σελ. 46, Τσολάκης Π., Η οικιστική εξέλιξη της Καστοριάς στη διάρκεια της τουρκοκρατίας 1385-1912, εκδ. Καστοριανή Εστία, σελ. 10.)

Το σώμα των σπαχήδων με το χρόνο αποτέλεσε μια πληγή για την οθωμανική διοίκηση και καταργήθηκε το 1844.

Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου στο οποίο υπάγονταν η Καστοριά οι σπαχήδες είχαν χάσει τη διοίκηση ήδη από το 1818. Το 1863 (13 Φεβρουαρίου) οι κάτοικοι του Άργους Ορεστικού (της Χρούπιστας) έστειλαν μακροσκελές υπόμνημα στον πατριάρχη ζητώντας την επαναφορά του καϊμακάμη. (Τσαμίση Π., ό.π. σελ. 47).

Μετά το 1875 έγινε η ανασύσταση της έδρας, όπως φαίνεται από τη διαμαρτυρία των χριστιανών προς τον καϊμακάμη της πόλης που είχε υπό τη διοίκησή του 130 χωριά.

Τα άλλα δύο σαντζάκια ήταν του Μοναστηρίου και της Αχρίδας. Άλλοι Τούρκοι αξιωματούχοι ήταν ο αγορανόμος, ο εισπράκτορας των τελών της αγοράς, ο κεχαγιάς (εκπρόσωπος της διοίκησης) και ο αγάς του κεφαλικού φόρου (Τσελεμπή-Δημητριάδη, σελ.165, Τσολάκη Π., Η οικιστική εξέλιξη της Καστοριάς στη διάρκεια της τουρκοκρατίας 1385-1912, εκδ. Καστοριανή Εστία, σελ. 10.)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Τσαμίσης Π., Η Καστοριά και τα μνημεία της σελ. 47., Κ. Βακαλόπουλου, Πολιτική και κοινωνική δομή του πασαλικιού Μοναστηρίου, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ 19, (όπου δίνονται πληθυσμιακά στοιχεία στα μέσα του 19ου αι.) Πελαγίδη Στάθη, Η Καστοριά πριν 3000 χρόνια, περ. Μακεδονική Ζωή, τ. 105 (1975) σελ. 36-39.

Οργάνωση της Ελληνικής Κοινότητας

Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας η Καστοριά, όπως και άλλες πόλεις, διατήρησε προνόμια που της επέτρεπαν μια μορφή αυτοδιοίκησης.

Ο μητροπολίτης ήταν ο ανώτατος άρχοντας της κοινότητας και κανείς δεν επενέβαινε στο έργο του. Η πόλη ήταν χωρισμένη σε 11 ενορίες.

Οι κάτοικοι των ενοριών εξέλεγαν από δύο αντιπροσώπους (συνολικά 22), οι οποίοι συνέρχονταν σε γενική συνέλευση, όπου υπό την προεδρία του μητροπολίτη εκλέγονταν οι 4 διοικητικές επιτροπές για όλη την κοινότητα.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

Η Καστοριά, ως το 1481 τουλάχιστον ήταν Επισκοπή και έγινε μητρόπολη μεταξύ 1481 και 1531. Δες: (Γ. Γκολομπία, Τα σημειώματα των εκκλησιαστικών βιβλίων της Καστοριάς, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ, 25-26 σελ. 304). Από το 1902 οι 11 ενορίες συμπτύχθηκαν σε δύο και εξέλεγαν 20μελή επιτροπή.

Μόνο μια επιθεώρηση Τούρκου εκπαιδευτικού διευθυντή άρχισε να γίνεται, άγνωστο από ποτέ. (Θ. Φ. Παπακωνσταντίνου, <<Καστοριά>>, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια ΠΥΡΣΟΣ, τόμος ΙΔ, 12, Τσαμίση Π., Η Καστοριά και τα μνημεία της σελ. 46.) Υπόλογος για τα φορολογικά ήταν ο εκλεγμένος από κάθε ενορία πρόεδρος (μουχτάρης) και δύο αζάδες=σύμβουλοι, των οποίων την εκλογή επικύρωνε τυπικά η τούρκικη διοίκηση.

Κάποιες προσπάθειες περιορισμού των προνομίων έγιναν από το 1908 με την επανάσταση των Νεότουρκων.

Οι Επιτροπές αυτές ήταν:

  1. Η Δημογεροντία για τα κληρονομικά και άλλα ζητήματα,
  2. Η Εφορεία σχολείων για την εποπτεία και τη συντήρηση των σχολείων,
  3. Η εκκλησιαστική επιτροπή για τα εκκλησιαστικά ζητήματα και
  4. Η Κτηματική επιτροπή για τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας της κοινότητας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Απ. Βακαλόπουλου, Οι δυτικομακεδόνες απόδημοι επί τουρκοκρατίας, Ε.Μ.Σ Θεσσαλονίκη, (1980), σελ.403, Κ. Βακαλόπουλου, Πολιτική, κοινωνική και οικονομική δομή του πασαλικιού Μοναστηριού, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ 19 (όπου περιέχονται περισσότερες πληροφορίες για τους φόρους και τα άλλα στοιχεία της κοινωνικής ζωής).

Κοινωνική Ζωή

Οι κάτοικοι της Καστοριάς ήτα οργανωμένοι σε επαγγελματικά σωματεία, τα ισνάφια ή συντεχνίες, στα οποία ανήκαν εργοδότες ιεραρχημένοι σε πρωτομάστορες, τεχνίτες (καλφάδες) και μαθητευόμενους (τσιράκια).

Υπήρχαν συντεχνίες, όπως των ραφτάδων, των ψαράδων, των χρυσοχόων, οι οποίες ήταν οργανωμένες στην αρχή σε γειτονιές.

Η παλιότερη και μεγαλύτερη συντεχνία ήταν των γουναράδων. Το εμπόριο βρίσκονταν στα χέρια των Ελλήνων και των Εβραίων. Οι Τούρκοι, εκτός από τους πλούσιους μπέηδες και μερικούς κρατικούς υπαλλήλους, ήταν συνήθως ψαράδες, διατηρούσαν καφενεία, κουρεία ή άλλα μικρομάγαζα.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

Δεν υπάρχουν στατιστικές πληροφορίες που να αναφέρονται στον πληθυσμό της πόλης. Λείπουν άλλωστε οι επίσημες τουρκικές στατιστικές, αλλά και όταν υπάρχουν δίνουν παραποιημένες πληροφορίες, μειώνοντας τον αριθμό των χριστιανών για πολιτικούς λόγους.

Στοιχεία πληθυσμιακά δες: Τσολάκης Π., Η οικιστική εξέλιξη της Καστοριάς σελ.11 (χρησιμοποιεί ως πηγή το M. Sokolski), Βακαλόπουλος Κ., Πολιτική, κοινωνική και οικονομική δομή του πασαλικιού Μοναστηρίου, ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ 19, σελ.181.

(Κατά το 18ο αι. ο καζάς της Καστοριάς είχε 21460 Μουσουλμάνους, οικογένειες οι 78 ασχολούνταν με τη γεωργία ή το ψάρεμα, οι 22 με το εμπόριο και οι 700 με τη βιοτεχνία (της γούνας κυρίως) (Κ. Μοσκώφ, Θεσσαλονίκη 1700-1912. τομή της μεταπρατικής πόλης, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 19743-74 σελ.61)

Η παραδοσιακή αγορά (το τσαρσί) βρίσκονταν κατά μήκος της κεντρικής οδού (σημ. οδός Μητροπόλεως) από το Κουρσούμ ή Κουρσουμλί Τζαμί μ΄χρι την Ομόνοια.

Ο Ε. Τσελεμπή αναφέρει ότι η αγορά της Καστοριάς είχε 100 καταστήματα (Δημητριάδη σελ 169). Οι προμήθειες σε τρόφιμα γίνονταν από τα μαγαζιά, από τους γυρολόγους που περιφέρονταν στου δρόμους της πόλης και από τα «παζάρια», τα βδομαδιάτικα κυρίως ή τα ετήσια (εμποροπανηγύρεις, όπως διατηρούνται ακόμη στο Άργος Ορεστικό και το Μαυροχώρι) και τις αγορές που λειτουργούσαν κατά τις θρησκευτικές γιορτές.

Τις μέρες αυτές οι χωρικοί κατέβαιναν με τα προϊόντα τους από τα χωριά τους και διανυκτέρευαν στα χάνια, τα οποία ήταν συνήθως διώροφα οικήματα με στάβλος για τα ζώα στο ισόγειο και υπνοδωμάτιο στον όροφο.

Στις αρχές του 20ου αι. υπήρχαν 11 χάνια στην Καστοριά [Σιάνου Λ. Καστοριανές εικόνες, εκδ. Μ/Σ συλλόγου Καστοριάς ΄΄Αρμονία΄΄1988, όπου δίνονται και πολλές άλλες πληροφορίες για τη ζωή στην πόλη. Ο Ν. Σχινάς αναφέρει ότι υπήρχαν 15 χάνια στην Καστοριά, τα οποία μπορούσαν να φιλοξενούν πάνω από 2000 άνδρες. [Ν. Σχινά, οδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας – Ηπείρου, Αθήνα 1886].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Τσολάκη Π., Η Οικιστική εξέλιξη της Καστοριάς (1989), Βακαλόπουλου Κ., Πολιτική και κοινωνική δομή….

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ19, Τσαμίση Π., Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949, Αραβαντινού Α., Η Μακεδονία εικονογραφημένη, Αθήνα (1909), Βακαλόπουλου Α., Ιστορία της Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 1969, (του ιδίου) Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1980.

Για τη γουνοποιία στην Καστοριά δες: Μπαλλή Θ., Οικονομική και κοινωνική διεύρυνση των επιχειρήσεων της γουνοποιίας, εκδ. Κ Ζεμπίνη, 1973 [διδακτορική διατριβή] και Πουλιόπουλου Λ., Ιστορική εξέλιξη της γουνοποιϊας και ο ρόλος της Καστοριάς, εκδ. Καστοριανή Εστία, Καστοριά 1994, Σιάνου Λ. Καστοριανές εικόνες, εκδ. Μ/Σ Συλλόγου «Αρμονία», 198

Στοιχεία Καθημερινής Ζωής

Στα καστοριανά σπίτια υπήρχαν αποθήκες τροφίμων, τα κατώγια, τα οποία οι κάτοικοι γέμιζαν τρόφιμα από το φθινόπωρο για όλο το χειμώνα.

Τα σπίτια που βρίσκονταν στις όχθες της λίμνης είχαν άμεση προσπέλαση στη λίμνη με τις «αυγατές» και τα «γιοφύρια».

Όλα τα σπίτια είχαν αυλές με μπαξέδες, όπως και τα απαραίτητα βοηθητικά κτίσματα και περιβάλλονταν από ψηλούς τοίχους.

Τα σπίτια των τούρκων, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί σε τρεις μαχαλάδες ήταν απλά, συνήθως διώροφα. Τα σπίτια των μπέηδων ήταν μεγάλα με τρία πατώματα, πολλά παράθυρα, χρωματιστούς φεγγίτες και σαχνισιά.

ΚΕΙΜΕΝΑ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Κατά τον Ε. Τσελεμπή, «…τα σπίτια των Ελλήνων είναι σκεπασμένα με κόκκινα καλοκαμωμένα κεραμίδια…είναι εύπορα σαράγια…τα σπίτια στην όχθη της λίμνης έχουν παραπήγματα για να προφυλάγουν τα πλοία και σαχνισιά» [=το εξώστεγο τμήμα του σπιτιού].

Οι περιοριστικές διατάξεις για το ύψος και τα παράθυρα των σπιτιών των ελλήνων δε φαίνεται να είχαν αυστηρή εφαρμογή. Ανάμεσα στα σπίτια δημιουργούνταν πολύπλοκο πλέγμα κεντρικών και δευτερόντων δρόμων στρωμμένων με πέτρες [καλντερίμια ή καρνταμάς].

Μόνο οι δρόμοι της εβραικής συνοικίας ήταν δύσβατοι και γεμάτοι λάσπες. [Μπακάλη Ι., Τουριστικός οδηγός Καστοριάς, Καστοριά 1951 σελ. 56].

Οι αυγατές ήταν στενοί διάδρομοι που οδηγούσαν στη λίμνη και τα γιοφύρια ήταν αποβάθρες για τα καστοριανά καράβια.

Οι αυγατές και τα γιοφύρια διατηρήθηκαν μέχρι το 1930, όταν άρχισε να κατασκευάζεται ο παραλίμνιος δρόμος. Όταν ο Κουλέ μαχαλάς βορειοανατολικά της Μεγάλης Πόρτας. [Από το Κουλέ=πύργος, γιατί οι Τούρκοι είχαν κτίσει έναν μεγάλο πύργο, τη μεγάλη Καλιά ή μεγάλο Κουλέ], ο Τουρκομαχαλάς νότια του Κουρσούμ Τζαμί και ο Ταμπαχανέ (=βυρσοδεψία) μαχαλάς, ο οποίος ήταν συνέχεια του Τουρκομαχαλά.

Στην είσοδο της πόλης υπήρχαν τρία κονάκια[Το κονάκι ήταν συγκρότημα που στέγαζε εκτός από τα γραφεία του καιμακάμη, τις αστυνομικές αρχές, τις φυλακές, οι οποίες διατηρήθηκαν περίπου μέχρι το 1950, όταν κατεδαφίστηκαν και πάλι, για να κτισθεί στη θέση τους αργότερα το Δικαστικό μέγαρο. [Τσολάκης Π. Η οικιστική εξέλιξη της Καστοριάς σελ. 13-14].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ε. Τσελεμπή – Δημητριάδη, σελ. 172. Τσολάκη Π., Η οικιστική εξέλιξη της Καστοριάς σελ. 15, Μπακάλη Ι., Τουριστικός οδηγός Καστοριάς, Καστοριά, 1951.

Αρχοντικά

Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΟΝΤΙΚΩΝ

Ιδιαίτερη αναφορά οφείλεται στα αρχοντικά της Καστοριάς, η οικοδόμηση των οποίων άρχισε από τα μέσα του 17ουαι. και συνεχίστηκε κατά το 19ο αι. (Ιδιαίτερα την εικοσαετία 1860-1890), εποχή, όπου ακμάζουν οι πόλεις και οι κωμοπόλεις της Δυτικής Μακεδονίας και δημιουργείται η τάξη των αστών που εμπορεύεται με τη δυτική και την ανατολική Ευρώπη.

Σώζονται 12 χρονολογημένα αρχοντικά του 18ου αι. με πιο σημαντικά του Νατζή, του Μπασάρα, των Αδελφών Εμμανουήλ, του Αϊβάζη, του Σκούταρη κ.α

Η ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΤΖΑΜΙΩΝ

Όταν ήρθαν οι Τούρκοι στην Καστοριά δημιούργησαν ανοιχτούς χώρους προσευχής, τα λεγόμενα «Ναμάζια».

Στη συνέχεια κατασκεύασαν 7 τζαμιά συνήθως πάνω σε προϋπάρχουσες παλαιοχριστιανικές ή βυζαντινές εκκλησίες.

Το μεγαλύτερο και το μόνο σωζόμενο σήμερα είναι το Κουρσούμ ή Κορσουμλί Τζαμί, έργο του περίφημου τούρκου αχιτέκτονα Σινάν.

Η ονομασίατου οφείλεται στον κύριο θόλο του, ο οποίος ήταν καλυμμένος με μόλυβο(κουρσούμ). Άλλα τζαμιάήταντο Καλέή Κουλέ Τζαμί στην είσοδο της πόλης, το τζαμί του Γαζή Εβρενός του Χασάν καδή, του Προδρόμου, του Ταμπαχανέ, και το Γιαχλί τζαμί.

Κλειδιά της Πύλης και έτσι οι Τούρκοι κυρίευσαν την πόλη. Γι’ αυτό και οι καστοριανοί έλεγαν στους Τούρκους: είμαστε αμανέτι και όχι σκλάβοι, γιατί μας πήρατε με το πλάνο.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

[Δες: Παπακωνσταντίνου Θ.Φ, Η Καστοριά, (Γεωγραφία, Ιστορία, Τέχνη) άρθρο στην εγκυκλοπαίδεια ΠΥΡΣΟΣ, 1930. Και Τσαμίση Π. Η Καστοριά και τα μνημεία της σελ. 26-27.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *