Χρόνοι των Παλαιολόγων

Τόπος ανταγωνισμού υπήρξε η Καστοριά και κατά τα χρόνια των Παλαιολόγων. Κατά την εμφύλια διαμάχη μεταξύ του Ανδρονίκου Β (1282-1328 μ.Χ.) και Ανδρονίκου Γ, ο οποίος την κατέλαβε ύστερα από προτροπή του τότε ακόμη Μεγάλου Δομέστικου καικατόπιν αυτοκράτορα Ι. Καντακουζηνού (1328μ.χ). Δύο χρόνια μετά (1330 μ.χ) ο Κομνηνός Συργιάννης, στρατηγός του Ανδρονικου Γ, αποστάτησε από τον αυτοκράτορα και με τη βοήθεια του τσάρου της Σερβίας κατέλαβε την Καστοριά.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

Το 1328 ο Ανδρόνικος Γ εκστράτευσε εναντίον των Σέρβων και ανακατέλαβε κάστρα της Μακεδονίας, τα οποία είχαν καταλάβει σε προηγούμενες επιδρομές τους.

Ευρισκόμενος στη Θεσσαλονίκη στράφηκε προς την Έδεσσα και την επόμενη ήρθε στην Καστοριά: «και εισεδέξατο αυτού ο ταύτης επιτροπεύων Αγγελος χαίρων και παρέδωκε την πόλιν εις τον Ανδρόνικον» Ι. Καντακουζηνός ι, 54 και Εφραίμ στ. 1566.

Ο στρατηγός Συργιάννης βλέποντας ότι ο Καντακουζηνός είχε μεγαλύτερη επιρροή στο νέο βασιλιά «αυτομόλησε μετά των λοιπών εις τον κράλην της Σερβίας… προσεφέρετο και στρατιάν οσης εδεέτο…και άλλα τε μάλιστα πολίσματα προσεποιήσατο και Καστορία πόλιν μεγάλην κατά την Βοτιαίαν ωκισμένην». Ι Καντακουζηνός 2, 24. Δες: Τσαμίση Π., Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήναι 1949. σελ.26.

Κατάληψη από τους Σέρβους

Το 1331 μ.Χ. ο τσάρος της Σερβίας Στέφανος Δουσάν επωφελούμενος της αδυναμίας του βυζαντινού κράτους να υπερασπισθεί τα εδάφη του κατέλαβε χωρίς αντίσταση τη Μακεδονία και την Ιλλυρία. Η Καστοριά υποτάχθηκε στους Σέρβους και από τότε χάθηκε οριστικά για το βυζαντινό κράτος, αφού στις περιοχές που επανεντάχθηκαν σ’ αυτό, μετά την εκστρατεία του αυτοκράτορα Ι. Καντακουζηνού (1350) εναντίον του Δουσάν, δεν ανήκε η Καστοριά.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

Καντακουζηνού 4, 21: «Ακαρνανίαν και Θεσσαλίαν, Σέρβια τε και τας εντός τούτων προς θάλασσαν πολίχνας, και Βέρροιαν και Έδεσσαν….Γυναικόκαστρον τε και Μυγδονίαν μετά των κατωκισμένων πόλεων και τας περί Στρυμόνα κώμας άχρι Φερών». Η Καστοριά μαζί με τη Ζίχνα, Φερές, Μελένικο και Στρώμνιτσα παρέμειναν στην κυριαρχία των Σέρβων. «Ζίχνα δε και Φεράς και Μελένικον και Στρώμβιτσαν και Καστορίαν…κράλην έχειν» (Καντακουζηνός Ι, 54).

Κατάληψη από τους Αλβανούς

Μετά το θάνατο του Στέφανου Δουσάν η Καστοριά περιήλθε στα χέρια των διαδόχων του. Για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε στην κυριαρχία του Μάρκου Κραλιεβιτς, θρυλικού γιου του Δουσάν. Κάτω από την κυριαρχία των Σέρβων η πόλη παρέμεινε μέχρι το 1380. Στη συνέχεια περιήλθε στην κυριαρχία του ηγεμόνα της Σκόδρας Μπάλτα Μπαλτίτσι. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα η πόλη διοικήθηκε από την αλβανική οικογένεια των Μουζάκη. Το 1430, αφού η πόλη είχε καταληφθεί από τους Τούρκους το 1385, η ισχυρή αλβανική οικογένεια των Ζενεβισαίων σε συνεργασία και με άλλους φύλαρχους επωφελούμενη από τον πόλεμο του Μουράτ Β΄ με τους Ούγγρους επιχείρησε να καταλάβει την πόλη, αλλά νικήθηκε από τους Τούρκους σε μάχη που έγινε κοντά στην πόλη.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ – ΚΕΙΜΕΝΑ

Τσαμίση Π., Η Καστοριά και τα μνημεία της, σελ 26-28.

Κατάληψη από τους Τούρκους

Κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους (1385 μ.Χ.)

Το 1385 μ.Χ. οι τούρκοι με επικεφαλής τους στρατηγούς του σουλτάνου Μουράτ Α Χαιρεντιν και Γαζή Εβρενός κατέλαβαν την πόλη, την οποία κράτησαν στην κατοχή τους μέχρι το 1912, όταν απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό και ενσωματώθηκε στο ελληνικό κράτος.

Για την άλωση της πόλης από τους τούρκους διασώθηκαν τραγούδια και παραδόσεις, που φαίνεται να ανήκουν σ’ αυτό που θα λέγαμε «κύκλο του Κάστρου της Ωριάς». Σύμφωνα με την παράδοση λοιπόν κάποιος Τούρκος υποκρινόμενος τον καλόγερο ζήτησε να μπει στην πόλη. Η βασίλισσα εξαπατημένη του έριξε τα κλειδιά της Πύλης και έτσι οι Τούρκοι κυρίευσαν την πόλη. Γι’ αυτό και οι καστοριανοί έλεγαν στους Τούρκους: είμαστε αμανέτι και όχι σκλάβοι, γιατί μας πήρατε με το πλάνο.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

(Δες: Παπακωνσταντίνου Θ. Φ, Η Καστοριά, (γεωγραφία, Ιστορία, Τέχνη), άρθρο στην εγκυκλοπαίδεια ΠΥΡΣΟΣ, 1930. και Τσαμίση Π. Η Καστοριά και τα μνημεία της σελ. 26-27.

Βυζαντινά Τείχη

Το Βυζαντινό Κάστρο της Καστοριάς

Από τα χρόνια του Ιουστινιανού υψώνονταν στο λαιμό της χερσονήσου της Καστοριάς ισχυρότατα τείχη, τα οποία οικοδομήθηκαν στην απότομη πλαγιά ενισχυμένα με στρόγγυλους και τετράγωνους πύργους. Αλλά και η βυζαντινή πόλη πάνω στη χερσόνησο περικλείονταν από τείχη.

Οι Βυζαντινοί κατοικούσαν έξω από την περιτοιχισμένη πόλη, όπου υπήρχαν σημαντικοί ναοί, μικρά και μεγάλα μοναστήρια και νεκροταφεία.

Τα ιουστινιάνεια τείχη της Καστοριάς ανακαινίστηκαν στα μεσοβυζαντινά και υστεροβυζαντινά χρόνια προκειμένου να ενισχυθεί η οχυρότητα της πόλης και να εξασφαλιστεί η σπουδαία από στρατηγικής άποψης θέση της Καστοριάς.

Το «δύσβατο» και «οχυρόν» της Καστοριάς τονίζουν τόσο οι Βυζαντινοί συγγραφείς όσο και οι ξένοι περιηγητές που επισκέφτηκαν την πόλη.

Στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι επεμβάσεις στα βυζαντινά τείχη της πόλης ήταν ελάχιστες και αποσκοπούσαν κυρίως στη συντήρηση τους.

Στα τέλη του 19ου αιώνα καταστράφηκαν τμήματα του τείχους του λαιμού της χερσονήσουγια να ανοικοδομηθούν κτίρια της ήδη παρακμάζουσας τουρκικής διοίκησης.

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΛΟΓΓΑ

Το κάστρο του Λογγά βρίσκεται κοντά στο σημερινό Σιδεροχώρι. Αναφέρεται στις ιστορικές πηγές ως οχυρός οικισμός που συνέχιζε να προβάλλει αντίσταση στις προσπάθειες του Βασιλείου Β να επαναφέρει την περιοχή στην κυριαρχία του Βυζαντίου.

Το οχυρό βρίσκεται πάνω σε δυσκολοπέραστα βουνά σε δρόμο που οδηγεί στις κοιλάδες της Πελαγονίας. Την άνοιξη του 1017, ο Βασίλειος πολιορκεί και καίει το κάστρο. Στην κορυφή του λόφου διατηρείται μεσαιωνικότείχος χτισμένο σε βράχο.

Το κάστρο ανασκάφηκε πρόσφατα από τον Ν. Μουτσόπουλο. Το οχυρό αρχικά πρέπει να οικοδομήθηκε στα όψιμα ρωμαϊκά ή παλαιοχριστιανικά χρόνια. Πιθανότατα, καταστράφηκε στα χρόνια των σλαβικών επιδρομών και εγκαταλείφθηκε για να ανακαινιστεί επί Ιουστινιανού.

Σε δεύτερη φάση στα τέλη 10ου αι-αρχές 11ου αι πάνω στα ίχνη της προηγούμενης φάσης, χτίζεται παχύτερος περίβολος. Το 1017 καταστρέφεται από πυρκαγιά. Από τότε και μετά παρατηρείται μόνιμη εγκατάλειψη του χώρου.

Ο οχυρός οικισμός πρέπει να λειτούργησε ως «καταφυγή» των γειτονικών οικισμών σε καιρό εχθρικών επιθέσεων.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ

«……ο Βρυέννιος κατείχε την Καστοριά. Ο αυτοκράτορας, αποφασισμένος να τον διώξει από εκεί ανακαταλαμβάνοντας την πόλη, κάλεσε πάλι κοντά του τους στρατιώτες κι αφού τους εξόπλισε με ισχυρότατα όπλα για τειχομαχία…πήρε την άγουσα προς το φρούριο.

Ιδού πως είναι η τοποθεσία: υπάρχει μια λίμνη, η λεγόμενη της Καστοριάς, μέσα στην οποία μπαίνει μια προεξοχή της στεριάς που διευρύνεται στην άκρη της καταλήγοντας σε πετρώδεις λόφους. Γύρω από την προεξοχή είναι οικοδομημένοι πύργοι και μεσοπύργια εν είδει φρούριου, το οποίο ονομάζεται Καστοριά…

Τις ελεπόλεις και τα πετροβόλια μηχανήματα τα τοποθέτησε έξω απ’ το τείχος κι άρχισε να μάχεται νύχτα και μέρα ώσπου προξένησε ρωγμές στον περίβολο του τείχους….». Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς, εκδ. Άγρα, τομ. Α (Βιβλία Α-Θ) μτφρ. Αλόη Σιδέρη, Αθήνα 1990, σελ. 213.

«…Καστορίας δε και αυτής οχυρωτάτης ούσης διά το πανταχόθεν περικλύζεσθαι τη λίμνη….». Ιωάννης Καντακουζηνός, εκδ. L. Schopeni (CSHB), B;onnh 1828.

«Το κάστρο της είναι ένα όμορφο κάστρο χτισμένο με πελεκητές πέτρες στη δυτική πλευρά μιας μεγάλης λίμνης με ζωογόνο νερό, επάνω σε έναν απόκρημνο βράχο όμοιο με νησί, με εξάγωνο σχήμα και ισχυρό. Οι τοίχοι του είναι πολύ υψηλοί. Προς τα δυτικάέχει δύο ισχυρές και δυνατές σιδερένιες πύλες….». Β. Δημητριάδης, Η κεντρική και δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, Θες/νίκη 1973, σελ. 165.

«Ο λαιμός της χερσονήσου που τη δένει με τη στεριά, έχει οχτώ περίπου ογιές φάρδος…..Νομίζω πως στο σημείο αυτό άλλοτε τη χερσόνησο την έκοβε ένα χαντάκι. Εδώ την προφύλαγε ένα κάστρο με τρεις πύργους, που ο μεσιανός με μια πόρτα ανοιχτή αφήνει να περνάς μέσα στην πολιτεία…. Δε μπόρεσα να ξεχωρίσω τίποτα ανάμεσα στα χαλάσματα…παρά μόνο την ακρόπολη ένα είδος τετράγωνο κάστρο…».

Πουκεβίλ, Ταξίδι στη δυτική Μακεδονία (1806), Αφών Κυριακίδη, Θες/νίκη, τομ. 3.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ν. Μουτσόπουλος, Ανασκαφές βυζαντινών κάστρων στη Δ. Μακεδονία, Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και τηΘράκη (Α.Ε.Μ.Θ.), τομ. 6 (1992), Θες/νίκη 1995.

Ν. Μουτσόπουλος, «Κάστρονν ο Λογγάς», Κληρονομιά, τ. 18 τευχ.Β’ (1986),Θες/νίκη 1990.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *