|
Ο αρχαιολογικός χώρος βόρεια του Άργους Ορεστικού (Χρούπιστα), γνωστός στους περίοικους ως Αρμενοχώρι, ταυτίστηκε με τη Διοκλητιανούπολη. Βασική πηγή για την ταύτιση της πόλης αποτελεί εδάφιο του Προκοπίου.
Η πόλη ήταν τειχισμένη. Η περιμετρος των τειχών είναι φανερή σε αρκετά σημεία. Η Διοκλητιανούπολη, όπως σημειώνει ο αείμνηστος αρχαιολόγος Θ. Παπαζώτος, είναι χτισμένη δίπλα στην αριστερή όχθη του Αλιάκμονα στο κέντρο εύφορης κοιλάδας. Ένα ρέμα με ελάχιστο νερό χωρίζει στα δύο τον περιτειχισμένο χώρο.
Η κάτοψη της πόλης έχει τη μορφή τραπεζιού. Στα νότια, ορίζεται από τη ροή του Αλιάκμονα. Η περίμετρος των τειχών είναι περισσότερο από 2.800μ. και ο ωφέλιμος χώρος της πόλης είναι 400.000 τ.μ.
Το 1976 με τις εργασίες ανοικοδόμησης σφαγείων στο χώρο του Αρμενοχωρίου αποκαλύφθηκαν τα λείψανα μιας παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε και η ανασκαφή της πρώτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής από τους αρχαιολόγους Α. Τούρτα, Κ. Λοβέρδου-Τσιγαρίδα και Δ. Ευγενίδου, ενώ συμμετείχε και η ΙΖ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων.
Ωστόσο, συστηματική έρευνα στον αρχαιολογικό χώρο άρχισε το 1998 από τον αρχαιολόγο Θ. Παπαζώτο, προϊστάμενο της11ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Οι εργασίες συνεχίστηκαν μέχρι το 1991 και αποσκοπούσαν στην οριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου. To 1996 ξεκίνησαν από την 11η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων εργασίας αποκάλυψης και ανάδειξης τμημάτων του χώρου.
Έχουν ανασκαφεί, από τον Θ. Παπαζώτο μια παλαιοχριστιανική βασιλική Α εντός των τειχών, όπως και δυο οικίες, και δυο παλαιοχριστιανικές βασιλικές εκτός των τειχών, αλλά βρέθηκαν και σποραδικές ταφές χωρίς κάποια οργάνωση.
Οι περισσότερες ταφές είναι καμαροσκέπαστες με ποικίλους προσανατολισμούς. Ανάμεσα τους υπάρχει ένα λατρευτικό κτίσμα που θα μπορούσε να ερμηνευτεί, όπως σημειώνει ο Θ. Παπαζώτος, ως ηρώο ή χώρος μυστικιστικής αγροτικής λατρείας του τέλους του 2ου αρχών του 3ου αιώνα. Μέσα στο χώρο βρέθηκαν ένα χέρι αγάλματος και τεμάχια ορθομαρμάρωσης από λευκορόδινο μάρμαρο.
Στο μέσο περίπου του οικισμού και προς βορρά ανασκάφηκε η πρώτη παλαιοχριστιανική βασιλική Α.
Πρόκειται για λατρευτικό χώρο με δυο κύριες κτιριακές φάσεις. Τμήματα ψηφιδωτού δαπέδου διατηρούνται στη Β.Α. περιοχή, στο Ιερό. Στον ανατολικό και βόρειο τοίχο του βορείου παστοφορίου έχουμε λείψανα τοιχογραφικού διακόσμου. Σε απροσδιόριστο χρόνο, ο χώρος της βασιλικής μετατρέπεται σε εκτεταμένο νεκροταφείο. Οι ταφές δεν είχαν ευρήματα. Σε απόσταση 500μ εκτός της βορειοδυτικής πλευράς των τειχών εντοπίστηκε μια βασιλική μικρών διαστάσεων. Λατρευτικός πυρήνας της βασιλικής είναι ένας καμαροσκέπαστος τάφος με προθάλαμο και βαθμίδες καθόδου. Ο κύριος θάλαμος είχε στη νότια πλευρά κτιστή κλίνη με οστά νεκρού.
Η αρχιτεκτονική μορφή της εκκλησίας είναι ιδιότυπη.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΚΕΙΜΕΝΑ
«Πόλις δε ην τις επί θεσσαλίας, Διοκλητιανούπολις όνομα, ευδαίμων μεν το παλαιόν γεγενημένη, προϊόντος δε του χρόνου βαρβάρων οι επιπεσόντων καταλυθείσακαι οικητόρων έρημος γεγονυία επί μακρότατον λίμνη δε τις αυτή εν γειτόνων τυγχάνει ουσα, η Καστορία ωνόμασται. Και νησος κατά μέσον της λίμνης τοις ύδασιν περιβέβληται. Μία δε εις αυτήν είσοδος απότης λίμνης εν στενω λέλειπται, ου πλέον ες πέντεκαιδέκα διηκούσα πόδας, όρος τε τηνήσω επανέστηκεν υψηλόν άγαν, ήμισυ μεν τη λίμνη καλυπτόμενον, τω δε λειπομένω εγκείμενον. Διο δηο βασιλεύς ουτος τον Διοκλητιανούπολις υπεριδών χώρονάτε που διαφανώς ευέφοδονόντα και πεπονθότα πολλω πρότερον άπερ ερρήθη, πόλιν εν τη νήσω οχυροτάτην εδείματο, και το όνομα, ως εικός, αφηκε τη πόλει»
(Προκοπίου, Περί κτισμάτων, IV 3, Lipsiae 1964, σ. 112).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Θ Παπαζώτος, Ανασκαφή Διοκλητιανουπόλεως. (Οι πρώτες εκτιμήσεις), Ανάτυπο από το Αρχαιολογικό Δελτίο, τομ. 43(1988), Αθήνα 1995, σελ. 195-218. Θ. Παπαζώτος, Διοκλητιανούπολις, Αρχαιολογικό Δελτίο, τομ.43, Αθήνα 1988 (Β2-χρονικά),σελ. 416-417. Α. Κεραμόπουλος, Ορεστικόν Άργος-Διοκλητιανούπολις-Καστοριά, B.N.J. τομ. 9 (1932), σελ. 55-63. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, IV 3 Lipsiae, 1964, σελ. 112. Μουτσόπουλος, Καστοριά. Ιστορία-Μνημεία-Λαογραφία, από την ίδρυσή της μέχρι το 10ο αιώνα μ.χ., Επιστημονική Επετηρίδα πολυτεχνικής Σχολής Παν/μίου Θες/νίκης, τμ Αρχιτεκτόνων 6 (1974), σελ. 339-366. F. Papazoglo, Les villesdeMacedoine a l époque romaine, BCH Suppl. XVI, Paris 1988, sel. 328-329
|